θησαύρισμα

θησαύρισμα
το, -ατος
1. θησαύριση.
2. τα πλούτη που θησαύρισε κάποιος.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • θησαύρισμα — store neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θησαύρισμα — το (ΑΜ θησαύρισμα) [θησαυρίζω] 1. αποταμίευμα, θησαυρός 2. (ειδ. για φιλολ. συλλογές) συγκέντρωση, συναγωγή, συλλογή …   Dictionary of Greek

  • θησαυρισμάτων — θησαύρισμα store neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θησαυρίσμασιν — θησαύρισμα store neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θησαυρίσματα — θησαύρισμα store neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θησαυρίσματος — θησαύρισμα store neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • обьщии — (489) пр. 1.Относящийся ко всем или многим: Надъ мрьтв‹ыи›мь не ‹пла›чи нъ надъ несъмыс‹ль›||ныимь. онъ бо обьшть пѹть. а се сво˫а волѧ. (κοινή) Изб 1076, 77–77 об.; достоино… къ ѡбьщемѹ възвѣщати ѹчителю. [о Федоре Студите] и не възмощи… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • θησαύριση — η (Μ θησαύρισις) [θησαυρίζω] 1. θησαύρισμα, αποταμίευση, απόκτηση θησαυρού, πλουτισμός 2. (ειδ. για φιλολ. συναγωγές) συγκέντρωση, συναγωγή, συλλογή («θησαύριση λέξεων») μσν. μτφ. πλησμονή αγαθοεργίας («θησαύρισις ἀγαθῶν ἔργων», Θεόδ. Στουδ.) …   Dictionary of Greek

  • πλουτισμός — ο, Ν Μ [πλουτίζω] 1. η απόκτηση πολλών υλικών αγαθών, η απόκτηση υλικού πλούτου, θησαύρισμα 2. μτφ. απόκτηση μεγάλων πνευματικών αγαθών ή ηθικών ωφελημάτων («πλουτισμός σε γνώσεις και σε πείρα») 3. φρ. «αδικαιολόγητος πλουτισμός» (νομ.) επαύξηση… …   Dictionary of Greek

  • ԳԱՆՁԱՐԱՆ — (ի, աց.) NBH 1 0529 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c գ. ζάκχον Cella, θησαύρισμα repositorium Գանձատուն. տեղի պահեստի ընչից եւ մեծագին իրաց. գանձանակ. գանձ. մթերք. քսակ. սենեակ. շտեմարան. խազինէ,… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”